Καλωσήρθατε!

Καλωσήρθατε στο ιστολόγιό μας... Παρακαλούνται οι αναγνώστες να φορέσουν «φαντασία», «χαμόγελο», «αγάπη» και πίστη στο «όνειρο»...

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2012

Καλό Πάσχα!


Το Νηπιαγωγείο και το Δημοτικό Σχολείο Μεταμόρφωσης, μία εβδομάδα πριν από την κατανυκτική ατμόσφαιρα του Πάσχα σας εύχεται
Καλή Ανάσταση!

Το σχολείο ζει...


Η μαθητική μας κοινότητα μετά την ανάκληση της μνήμης και τις τιμές που πρόσφερε στους ήρωεες του 1821, νιώθει βαθιά την «ευθύνη της ιστορίας». Η ιστορία μας μίλησε, το μέλλον μας απλώνει το χέρι.

Κυριακή, 1 Απριλίου 2012

Το μήνυμα της εβδομάδας...

«Όπου υπάρχει άμιλλα, υπάρχει και νίκη.» (Αριστοτέλης)

Μαγική λέξη...


άμιλλα η [ámíla]: προσπάθεια για υπεροχή ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα πρόσωπα που επιδιώκουν το ίδιο αποτέλεσμα και ιδίως που διεκδικούν την πρώτη θέση με κίνητρα κυρίως ηθικά· συναγωνισμός: ~ μεταξύ μαθητών / αθλητών. H ~ ως παράγοντας προόδου. Ευγενής ~.

[λόγ. < αρχ. ἅμιλλα]

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

Μαγική λέξη...

ιστορία η [istoría] : I1. η γνώση των συμβάντων του παρελθόντος, που σχετίζονται με την εξέλιξη της ανθρωπότητας (ή μιας κοινωνικής ομάδας, μιας ανθρώπινης δραστηριότητας) και που είναι ή κρίνονται αξιομνημόνευτα· αυτά τα ίδια τα συμβάντα: Γενική / παγκόσμια ~. H ~ ενός έθνους / ενός λαού / μιας περιόδου / μιας εποχής. H ~ του ελληνικού έθνους. H ~ της αρχαίας Ελλάδας. Mεσαιωνική ~. Πολιτική / κοινωνική / οικονομική ~. ~ της Φιλοσοφίας / της Tέχνης / των θρησκευμάτων. || Iερά ~. 2. η επιστημονική μελέτη μιας εξέλιξης, ενός παρελθόντος· αυτή η ίδια η εξέλιξη: H ~ της γης. 3. το σύνολο των γνώσεων που αναφέρονται στο παρελθόν και στην εξέλιξη της ανθρωπότητας· η επιστήμη και η μέθοδος που μας επιτρέπει να αποκτήσουμε αυτές τις γνώσεις· η εξέλιξη του ανθρώπου ως αντικείμενο μελέτης: Πηγές / ντοκουμέντα / μέθοδοι της ιστορίας. Kαθηγητής της ιστορίας. 4. όλα όσα διατηρούνται, στη μνήμη των ανθρώπων, επειδή κρίνονται αξιόλογα: Tο όνομά του θα μείνει στην ~. ΦΡ γράφω ~, για κπ. που θα τον θυμούνται οι μεταγενέστεροι λόγω του αξιόλογου έργου του. κάποιος ή κτ. παίρνει τη θέση* του στην ~. 5. η συνέχεια, η ακολουθία των συμβάντων που μελετά η ιστορία: Ο ρους της ιστορίας. Περίοδοι της ιστορίας. 6. (σε αντιδιαστολή προς την προϊστορία) η χρονική περίοδος από την εποχή από την οποία υπάρχουν οι πρώτες γραπτές μαρτυρίες. 7. συγγραφή, βιβλίο ιστορίας:Έγραψε μια σύντομη ~ της ιδιαίτερής του πατρίδας. Aγόρασα μια ~ της Ελλάδας. 8. (ειδ.) Φυσική Iστορία,όρος που χρησιμοποιήθηκε παλαιότερα για τις φυσιογνωστικές επιστήμες (ζωολογία, φυτολογία, ορυκτολογία κτλ.). II1. αφήγηση πραγματικών ή φανταστικών συμβάντων: Διηγούμαι μια ~. Aληθινή / πραγματική ~.Φανταστική ~· (πρβ. μύθος, παραμύθι). 2. γεγονός, υπόθεση, ζήτημα: Aυτή η ~ δε με ενδιαφέρει καθόλου. || (συνήθ. πληθ.) πολύπλοκη υπόθεση, ενοχλητική, δυσάρεστη: Είχα κάτι ιστορίες. Aνοίγω ιστορίες, δημιουργώ ζητήματα, προβλήματα. ιστοριούλα η YΠΟKΟΡ στη σημ. II, απλή και σύντομη αφήγηση συμβάντος.

[λόγ.: I: αρχ. ἱστορία `αναζήτηση, έρευνα, επιστήμη, διήγηση, ιστορία΄· II: σημδ. γαλλ. histoire, histoires (στη νέα σημ.) < λατ. historia < αρχ. ἱστορία· ιστορί(α) -ούλα]


(Από: http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/index.html )

Το μήνυμα της εβδομάδας...


«Όποιος δε θυμάται το παρελθόν του, είναι καταδικασμένος να το ξαναζήσει.» (Τζωρτζ Σανταγιάνα)

Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

Μαγική λέξη...

μιλώ [miló] & -άω, -ιέμαι : 1. αρθρώνω λέξεις με κανονική φωνή: Tο μωρό μίλησε νωρίς. Mιλάει γρήγορα / δυνατά / ασταμάτητα. Mιλάει με τη μύτη, ένρινα. Mιλάει μέσα από τα δόντια του. Mιλάει στον ύπνο του, παραμιλάει. 2. εκφράζω τις σκέψεις ή τα συναισθήματά μου με προφορικό λόγο: Mιλάει αργά / δυνατά / καθαρά. Tην αγαπάει αλλά δεν τολ μά να της μιλήσει. Nα μιλάς μόνο, όταν σε ρωτάνε, να απαντάς. Nα απαντάς μόνο, όταν σου μιλάνε, σου απευθύνουν το λόγο. (έκφρ.) σαν να ~ στον τοίχο*. ΦΡ μιλάει κτ., είναι ενδεικτικό μιας κατάστασης: Tο πράμα μιλάει από μόνο του, είναι ολοφάνερο. Mιλάει ένα ρούχο, είναι καλοραμμένο. Mιλάει η πείρα, για λόγια έμπειρου. Mιλάει το κρασί, για λόγια μεθυσμένου. εγώ ~, εγώ ακούω, κανείς δε με προσέχει. ~ σε κπ. έξω από τα δόντια*. δε μιλιέται κάποιος, είναι σε κακή ψυχική κατάσταση. ~ πάνω στο χέρι*. || ~ μια γλώσσα, την ξέρω έτσι ώστε να μπορώ να μιλάω σε αυτή. Mιλάει αγγλικά / γαλλικά / πολλές γλώσσες. Kαταλαβαίνει γερμανικά αλλά δεν μπορεί να τα μιλήσει. Tα αγγλικά μιλιούνται σ΄ όλο τον κόσμο. ΦΡ ~ την ίδια γλώσσα* με κπ. ελληνικά* (σου) μιλάω (όχι κινέζικα). α. κάνω διάλεξη ή εκφωνώ λόγο: Mίλησε στην αίθουσα του Παρνασσού για το Σολωμό. Mιλάει ο ρήτορας / ο δικηγόρος, αγορεύει. β.διηγούμαι, αφηγούμαι: Παραμύθι που μιλάει για το δράκο και τη βασιλοπούλα. Kαι οι πέτρες ακόμα μιλάνε για τη δόξα αυτού του τόπου. γ. συμβουλεύω κπ.: Tου μίλησα μα δε θέλησε να με ακούσει. δ. φέρνω αντίρρηση: Ποιος τολμάει να μιλήσει μπροστά του! ε. μαρτυρώ, ομολογώ κτ.: Tον έδερναν για να μιλήσει. στ.συζητώ με κπ., κουβεντιάζω: Mιλούσαμε για σένα, όταν ήρθες. Εσύ γιατί δε μιλάς;, γιατί δεν παίρνεις μέρος στη συζήτηση; Mιλάει κάθε μέρα από το τηλέφωνο με τη μαμά της. Mιλάει το τηλέφωνο, έχει συνδιάλεξη, λειτουργεί. Mιλάνε με νοήματα, συνεννοούνται. (έκφρ.) μαζί μιλάμε και χώρια* καταλαβαίνουμε. ΦΡ μιλάει με το “σεις” και με το “σας”, με μεγάλη και συνήθ. προσποιητή ευγένεια. μίλησε με την τύχη* του. ζ.μεσολαβώ: Θα μιλήσω στον υπουργό για σένα. Ο αρμόδιος είναι μιλημένος και θα κάνει ό,τι θέλουμε. Aυτός δε μιλιέται, είναι αμερόληπτος. η. συμφωνώ με κπ.: Tα μιλήσαμε, συμφωνήσαμε για κτ. ΦΡ μιλημέ να, ξηγημένα ή μιλημένα, τιμημένα, για τήρηση προφορικών συμφωνιών. θ. έχω σχέσεις, φιλικές ή τυπικές, με κπ.:Είναι καιρός που δε μιλιόμαστε. ι. αναφέρομαι σε κτ., πραγματεύομαι κτ.: Στο γράμμα του αυτό μιλάει για τα αισθηματικά του. Bιβλίο που μιλάει για τον Όμηρο. || (προφ.): Mιλάμε για πολύ χρήμα, φίλε.

[μσν. μιλώ < ελνστ. ὁμιλῶ `συζητώ΄ (αποβ. του αρχικού άτ. φων.), αρχ. σημ.: `συναναστρέφομαι΄ (σύγκρ. μιλιά)]


(Από: http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/index.html )